Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Μαρτυρίες από τον πόλεμο του '40 και τα χρόνια της κατοχής

 
'Εσύ παππού, γιαγιά, τι θυμάσαι από τον πόλεμο του '40 και τα χρόνια της κατοχής;'
 
Μια σειρά  συνεντεύξεων από μαθητές του Γ2
 
 
 


         Τα    χρόνια   της   κατοχής    και    του   πολέμου
(Συνέντευξη από τον παππού μου)

        " Ήμουνα   τότε   μικρό   παιδί, αλλά  στη   μνήμη  μου   έχουν   μείνει   όλα   τα     γεγονότα   του   πολέμου   και   της   κατοχής   1941-1944.
          Ήταν   ανήμερα    της    Παναγίας      στις    δεκαπέντε   Αυγούστου. Οι  σειρήνες   πρωί-πρωί    αντηχούσαν    παντού, όλοι   ρωτούσαν   τι   συμβαίνει   και    οι   φωνές    παντού απαντούσαν   «πόλεμος   πόλεμος». Στην   Τήνο   τα   ιταλικά   αεροπλάνα    βομβάρδισαν   και    βούλιαξαν   το   πλοίο   μας   ΕΛΛΗ. Τους    Ιταλούς   όμως   στα   σύνορα    μας    με   την    Αλβανία  , τους νικήσαμε    και   το   τραγούδι   «κορόιδο   Μουσολίνι έγινε ύμνος για όλους τους Έλληνες.
    Μετά    όμως    το    1941    ήρθαν    οι    γερμανοί    με    πολλά     άρματα   και    αεροπλάνα    και    κυρίευσαν    την   Ελλάδα.  Τότε    άρχισε    η    κατοχή.  Δεν    υπήρχαν    δουλειές , δεν   υπήρχαν    τρόφιμα , δεν   υπήρχε   τίποτα ,  παντού    φτώχια , πείνα    και     δυστυχία. Τα   κτήρια    των   σχολείων   είχαν   ερημώσει. Οι   άνθρωποι   περπατούσαν     στους   δρόμους   ξυπόλητοι   και   με   σχισμένα   ρούχα. 
Τη   χώρα   μας   είχαν   κυριεύσει   οι    γερμανοί.
            Έπειτα   όμως   από   τρία-τέσσερα   χρόνια   η   Ελλάδα   ελευθερώθηκε   και     άρχισε   πάλι    σιγά    σιγά   η   καλύτερη   ζωή   και   η   πρόοδος. "

                                                                                           ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΟΜΠΟΛΑ (Γ2)
 
 
 

 

Στην κατοχή
 Συνέντευξη  με τη γιαγιά μου
1.       Πώς  ήταν τα πράγματα στην κατοχή;
Όταν  ήρθε η κατοχή τα πράματα ήταν πολύ άσχημα. Εγώ ήμουν τότε 10 χρονών. Υπήρχε πείνα, δεν υπήρχαν τρόφιμα. Μπορούσες να βρεις φαγητό στη μαύρη αγορά και οι φτωχοί δεν μπορούσαν να αγοράσουν. Ψάχνανε στα σκουπίδια και τρώγαν πατατόφλουδες και άλλα. Εμάς ο πατέρας μας μάς πήγε στο χωριό που ήταν καλύτερα… Αλλά κι εκεί ήταν δύσκολα, γιατί εμείς δεν είχαμε χωράφια… Περιμέναμε την ξαδέρφη της μητέρας μου να μας δώσει λίγο λάδι, ελιές και σταφίδες.
 
          2.       Εκείνα τα χρόνια πήγαινες σχολείο;
                    Εγώ, επειδή πήγαμε στο χωριό, το σταμάτησα.
 
 
3.       Υπάρχει κανένα άσχημο περιστατικό κατά τη διάρκεια της κατοχής να μου διηγηθείς;
  Φύγαμε από την Αθήνα και πήγαμε στο χωριό, που λέγεται Χώρα Τριφυλίας. Προς το τέλος του πολέμου οι αντάρτες είχανε στήσει ενέδρα σε ένα δρόμο που θα περνούσε η φάλαγγα με τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί ήταν τριακόσιοι και δεν έμεινε ούτε ένας. Μετά το μακελειό, όλοι οι χωριανοί πήγανε στα φορτηγά για να πάρουν το φορτίο, γιατί τα φορτηγά ήτανε γεμάτα λεφτά και τρόφιμα. Η φάλαγγα είχε προορισμό την Κυπαρισσία και το φορτίο ήταν για το γερμανικό στρατό. 
    Τη νύχτα ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό για αντίποινα. Μάζεψαν όσους δεν είχαν προλάβει να φύγουν στην πλατεία και εκτέλεσαν κάποιους. Άλλους τους συνέλαβαν και τους πήγαν σε ένα άλλο χωριό. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και η μάνα και ο αδερφός μου. Εγώ μαζί με τις δύο άλλες αδερφές μου, η μία ήταν δεν ήταν 40 ημερών, το σκάσαμε. Τρέχαμε και δεν ξέραμε πού πηγαίναμε.
   Μαζί μας ήταν και άλλοι. Καθώς τρέχαμε, βλέπαμε στην πλαγιά άλλα χωριά που τα καίγανε οι Γερμανοί για εκδίκηση. Πίσω μας μάς ρίχνανε οι Γερμανοί από απόσταση. Εγώ κρατούσα το μωρό. Με βοηθούσε και μια κοπέλα μεγαλύτερη. Αυτήν τη βρήκε μια σφαίρα στο πόδι, αλλά από τη λαχτάρα της, ούτε που το κατάλαβε.
 Τελικά μας φιλοξένησαν σε ένα φιλικό σπίτι και μετά από δύο μέρες γύρισε και η μάνα μου με τον αδερφό μου. Ο πατέρας μου είχε φύγει για άλλο χωριό και κρυβόταν εκεί μαζί με άλλους. Μείναμε έτσι ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα. Ύστερα από λίγο καιρό ήρθε η απελευθέρωση.
                                                                                                              Δ.Κ. - Γ2'      Οκτώβριος 2012




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ     ΑΠΟ  ΤΟΝ   ΠΑΠΠΟΥ
-Παππού , όταν ήταν  στην  Ελλάδα  οι  Γερμανοί   κατακτητές  πόσο χρονών ήσουν;
-Ήμουν  12 ετών.
-Έβλεπες  στρατιώτες με στολές  στους δρόμους;
-Βλέπαμε  τους Γερμανούς και φοβόμασταν μην μας χτυπήσουν με τα τουφέκια…

-Eίχατε    φαγητό;
-Όχι  παιδί  μου , υπήρχε  δυστυχία  και  ο  κόσμος  πεινούσε .Δεν υπήρχε ψωμί ,κρέας, λάδι και φέτα.

-Στο  σχολείο  πήγαινες;
-Όχι  το  σχολείο  μου  είχε γίνει  αποθήκη  με  πυρομαχικά  Γερμανών.

 -Σ’ ευχαριστώ παππού!!!
-Εγώ   σε  ευχαριστώ  γιατί  μου  θύμισες  ότι   πρέπει    να   θυμόμαστε  την  ΙΣΤΟΡΙΑ  μας   και να  μην την  ξεχνάμε!!!
                                                                  Γιάννης  Μαχαίρας - Γ΄2






Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
 
    Η προγιαγιά μου η Άννα, που σήμερα είναι 96 χρονών, διηγήθηκε κάποτε στη μαμά μου:

    «Στην κατοχή, φύγαμε από τα Χανιά και πήγαμε στο χωριό  (Χιλιομουδού). Όταν πηγαίναμε χτύπησε συναγερμός και κρυφτήκαμε κάτω από μια γέφυρα. Μόλις φτάσαμε στη Σούδα είδαμε αεροπλάνα και πέσαμε κάτω.
 
 

    Το 1941 κατεβήκαμε με σούστα στα Χανιά και στο μεγάλο πλατάνι είδαμε πολλούς σκοτωμένους. Στους  δρόμους οι Γερμανοί έκαναν ελέγχους στις ταυτότητες. Ο γαμπρός μου είχε εστιατόριο. Πήγαινα εγώ στο χωριό και μου έσφαζαν τα ζώα μου, τα έβαζαν στο μπαούλο κι εγώ από πάνω έβαζα τα ρούχα μου. Έτσι όταν οι Γερμανοί άνοιγαν το μπαούλο έβλεπαν τα ρούχα μου και μ’ αφήνανε. Κατέστρεψαν το μαγαζί του γαμπρού μου και σκότωσαν δύο στρατιώτες.

     Μετά από 3 χρόνια έφυγαν οι Γερμανοί και το μαγαζί του γαμπρού μου ξανάρχισε να δουλεύει. Μετά την κατοχή παντρεύτηκα και έκανα τρία παιδιά».                    

                                                          ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΑΣΣΙΟΥ - Γ΄2
 



Περιστατικό στο σπίτι της γιαγιάς μου

                 Μια      μέρα       που  ο      αδελφός     της    γιαγιάς     μου   ο    Πέτρος    έπαιζε    στην    αυλή    του     σπιτιού   τους,  ξαφνικά     ακούστηκε     ένας      μεγάλος     θόρυβος. 
                 Ο     μπαμπάς  τους     ήρθε     για     να    δει        τι        συμβαίνει.
                Τότε,     είδε     να   έχει     πέσει    μια   καπνογόνος    οβίδα      πάνω      στην    κοπριά     που   είχε   βάλει      για     να    φυτέψει    λουλούδια.    Πήρε    ένα   φτυάρι    και    άρχισε    να     ρίχνει   κοπριά     πάνω    στην      οβίδα.   Ευτυχώς   που      δεν     έπεσε     η    οβίδα     στον   αδελφό     της     γιαγιάς    μου    που    ήταν    τότε     10    χρονών.

                  Μια  άλλη    φορά,      από    ένα      Αγγλικό   τανκ,    έπεσε   πάλι    μια    οβίδα    και   διαπέρασε  τέσσερις τοίχους στο σπίτι της γιαγιάς μου χωρίς όμως να σκοτωθεί κανείς.
                                                                                                   Βασίλης Κυτίδης  Γ2
 
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου